Εμπάργκο
Αποκαλείται επίσης: εμπορικό εμπάργκο · embargo · trade embargo · ambargo
Γενική απαγόρευση του εμπορίου με συγκεκριμένη χώρα ή συγκεκριμένων κατηγοριών εμπορευμάτων, όπως το εμπάργκο όπλων. Αποτελεί είδος κύρωσης και μπορεί να είναι πλήρες ή να περιορίζεται σε ορισμένους τομείς.
Στην πράξη
Οι αποστολές προς ή από χώρες υπό εμπάργκο απαιτούν ειδική νομική άδεια, και η διαμετακόμιση μέσω τρίτων χωρών δεν παρακάμπτει την απαγόρευση.
Σχετικοί όροι
- Κυρώσεις
- Μέτρα που θεσπίζουν κράτη ή ο ΟΗΕ για να επηρεάσουν ή να περιορίσουν συγκεκριμένες χώρες, οντότητες ή πρόσωπα, όπως δέσμευση περιουσιακών στοιχείων,…
- Έλεγχοι εξαγωγών
- Νόμοι που περιορίζουν την εξαγωγή, τη μεταβίβαση, τη μεσιτεία και τη διαμετακόμιση στρατιωτικών ειδών, ειδών διπλής χρήσης και τεχνολογίας, και…